χρυσαλλίδα

χρυσαλλίδα
[-ίς (-ίδος)] η
1) личинка, куколка; 2) бабочка, мотылёк

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "χρυσαλλίδα" в других словарях:

  • χρυσαλλίδα — η / χρυσαλλίς, ίδος, ΝΜΑ η νύμφη τών εντόμων. [ΕΤΥΜΟΛ. < χρυσός (Ι) + επίθημα αλλίς (πρβλ. πυρ αλλίς, τρωξ αλλίς)] …   Dictionary of Greek

  • χρυσαλλίδα — η νύμφη των λεπιδόπτερων εντόμων, πεταλούδα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • χρυσαλλίδα — χρυσαλλίς chrysalis fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • μεταξοσκώληκας — Κοινή ονομασία της προνύμφης του λεπιδόπτερου εντόμου Bombyx ή Sericaria mori, της οικογένειας των βομβυκιδών, η οποία παράγει το μετάξι. Ο μ. έχει επίμηκες σώμα και τρέφεται αποκλειστικά με φυτά μουριάς. Η προνύμφη αυτή υφίσταται τέσσερις… …   Dictionary of Greek

  • κάμπια — Ονομασία τριών οικισμών. 1. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 500 μ., 341 κάτ.) της Εύβοιας. Βρίσκεται στο κεντρικό τμήμα του νησιού, 35 χλμ. ΒΑ της Χαλκίδας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Διρφύων του νομού Ευβοίας. 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 165 μ …   Dictionary of Greek

  • νεκύδαλος — και νεκύδαλλος, ὁ (Α) η τελευταία μεταμόρφωση τού μεταξοσκώληκα, κατά την οποία μοιάζει με νεκρό, η χρυσαλλίδα, η νύμφη τού μεταξοσκώληκα. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. παράγεται από τη λ. νέκυς «νεκρός» και έχει σχηματιστεί κατά το κορύδαλ(λ)ος*. Η σύνδεση τής… …   Dictionary of Greek

  • βομβυλιός — ο (AM βομβυλιός και βομβύλιος) γένος Δίπτερων Εντόμων της οικογένειας Bombyliidae αρχ. 1. ο βόμβυξ, η χρυσαλλίδα του μεταξοσκώληκα 2. στενόλαιμο αγγείο από το οποίο το υγρό βγαίνει με χαρακτηριστικό ήχο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. βομβυλιός με τη σημ.… …   Dictionary of Greek

  • κέλυφος — Ακατοίκητη νησίδα (υψόμ. 148 μ.) στο Θρακικό πέλαγος, στον κόλπο της Κασσάνδρας. Βρίσκεται κοντά στη δυτική ακτή της Σιθωνίας. Υπάγεται διοικητικά στον δήμο Κασσάνδρας του νομού Χαλκιδικής. * * * το (Α κέλυφος) 1. τσόφλι 2. όστρακο, καύκαλο,… …   Dictionary of Greek

  • λεπιδόπτερα — (lepidoptera). Μεγάλη τάξη oλομετάβολων εντόμων, δηλαδή εντόμων με πλήρη μεταμόρφωση, τα οποία φέρουν την κοινή ονομασία ψυχές ή πεταλούδες όταν βρίσκονται στο στάδιο του ώριμου ή ακμαίου ατόμου. Το στάδιο της προνύμφης ονομάζεται κάμπη και το… …   Dictionary of Greek

  • μεταμόρφωση — Εξωτερική ή εσωτερική μεταβολή, αλλοίωση, μετουσίωση. (Βιολ.). Έντονη αλλαγή στη μορφή ή στη δομή ορισμένων ζώων, που συντελείται κατά τη μετεμβρυϊκή τους ανάπτυξη, προκειμένου οι οργανισμοί αυτοί να αποκτήσουν την οριστική μορφή του ώριμου ή… …   Dictionary of Greek

  • νύμφη — Τελευταίο νεανικό στάδιο, πριν από το στάδιο του ακμαίου, στα έντομα που υφίστανται μεταμορφώσεις. Στα έντομα που η μεταμόρφωση είναι ατελής (ετερομετάβολα, όπως π.χ. τα ορθόπτερα) η ν. διάγει δραστήρια ζωή και διαφέρει από τα προηγούμενα νεανικά …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»